Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2008

Η δημοκρατία των μετρήσεων -To σύνδρομο του Βούδα



".... Σοφοί γίνονται οι κυβερνήτες, μόνον εφόσον συναναστρέφονται τους σοφούς... "
Αισχύλος (στον Αία το Λοκρό)

Ο Σημίτης ήταν ούτως ή άλλως ξεχωριστός, να θυμίσω όμως ότι ο Τσουκαλάς ήταν από αυτούς που συζητούσαν πολύ συχνά. Έτσι απλά γιατί οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες...




Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ
Η οικονομική ύφεση και οι καταιγιστικές πολιτικές εξελίξεις έφεραν, από το καλοκαίρι και μετά, έναν πρωτοφανή δημοσκοπικό οργασμό. Μόνο για τους μήνες Σεπτέμβριο - Οκτώβριο έχουν καταγραφεί περίπου είκοσι δημοσκοπήσεις και είμαστε μόλις στην αρχή. Τι σημαίνει όμως αυτή η συχνή «προσφυγή» στην κοινή γνώμη και η δημιουργία κλίματος σαν να βρισκόμαστε σε μόνιμη προεκλογική περίοδο; Μέσα από τις δημοσκοπήσεις και τη συνεχή προβολή και ανάλυσή τους από τα ΜΜΕ, ο πολιτικός χρόνος εξελίσσεται δίχως ανάσα, διακοπή και ανάπαυλα. Είναι πλέον ο ρόλος τους τόσο ισχυρός ώστε να καθιστά την αντιπροσωπευτική δημοκρατία στα δυτικά πολιτικά συστήματα «ξεπερασμένη»; Η επιρροή τους στους νομίμως κυβερνώντες ανατρέπει ενδεχομένως πολιτικές κατευθύνσεις και προγράμματα που έχουν επικυρωθεί από τις εκλογές; Μπορεί οι εικονικές εκλογές να υποκαθιστούν τις πραγματικές; Καταγράφουν μεν τις γνώμες, αλλά ταυτόχρονα τις προσανατολίζουν, όπως και τις συμπεριφορές; Απαντήσεις στα ερωτήματα επιχειρούνται στο σημερινό αφιέρωμα.
Στις σύγχρονες δημοκρατίες η εξουσία αντιπροσωπεύει τους πολίτες αλλά δεν συμμορφώνεται στη βούλησή τους. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο το ζήτημα των όρων ανάδειξης των εκπροσώπων του λαού είναι καίριο. Από τη στιγμή που θα εκλεγούν νόμιμα, οι ασκούντες δημόσια λειτουργήματα αποδεσμεύονται από τη βούληση των εντολέων τους. Ακούνε μόνο τη φωνή της συνείδησής τους ή ίσως και του συμφέροντός τους. Φωνή που κατά περίπτωση γίνεται χαμηλόφωνος ψίθυρος ή εκκωφαντικός θόρυβος. Και άλλοτε πάλι εκτρέπεται σε μια ατέρμονα σιωπή. Οι λαϊκές εντολές δεν είναι δεσμευτικές και η «ελεύθερη ανάκληση» των εντολοδόχων παραμένει αδιανόητη. Τουλάχιστον σε αυτό το σημείο οι όροι λειτουργίας της έμμεσης αντιπροσωπευτικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είναι καθολικά αποδεκτοί. Μπροστά στο φάντασμα της απόλυτης αναποτελεσματικότητας, αβεβαιότητας και ακυβερνησίας η νόμιμη κυβερνησιμότητα συνιστά ανυπέρθετο αυτοσκοπό.
* Ενεργή ψήφος
Είναι η μόνη ίσως φορά που μπορεί κάποιος να παραλληλίσει τον λαό με κάτι τόσο «σημαντικό» όπως ένας στρατηγός. Καθώς με την ίδια έννοια που ο πόλεμος είναι τόσο σοβαρό ζήτημα ώστε να μην επιτρέπεται να ανατίθεται στους στρατηγούς, έτ.σι και η πολιτική δεν μπορεί να ανατίθεται στον λαό. Η «δυσαρμονία» ανάμεσα στις ενέργειες της νόμιμης εξουσίας και στο «λαϊκό αίσθημα» δεν μπορεί λοιπόν να γεννά άμεσες θεσμικές συνέπειες. Η εγγύηση της διάρκειας και της σταθερότητας των κοινωνικών ισορροπιών ήταν και παραμένει ο λόγος ύπαρξης της συμβολαιακής φιλελεύθερης εξουσίας.
Με την εισβολή των δημοσκοπήσεων οι κανόνες του παιχνιδιού μετατοπίζονται. Η αναγόρευση της «κοινής γνώμης» σε πρωταγωνιστή του παιχνιδιού προκαλεί μοιραία θεαματικές αλλαγές στη λειτουργία της πολιτικής δράσης και στην πρόσληψη του πολιτικού χρόνου: όλα συμβαίνουν ως εάν βρισκόμαστε σε μόνιμη προεκλογική περίοδο. Δεν υπάρχουν πια περίοδοι χάριτος. Το πολιτικό σκηνικό ακροβατεί μέσα σε μια σκιά. Στη σκιά εκλογών που θα γίνουν ή δεν θα γίνουν. Και όλα εξαρτώνται από τη διαφαινόμενη έκβασή τους. Εκείνος που κρατάει το μαχαίρι κρατάει και το καρπούζι. Και επιλέγει να το κόψει όταν αυτό μοιάζει να είναι γλυκό και «ώριμο». Αν και συχνά η γλυκύτητα ή η ωριμότητά του κατοικεί μόνο στη φαντασίωσή του.
Με αυτή την έννοια η καταγραφή της «πρόθεσης ψήφου» και της «παράστασης νίκης» ισοδυναμεί με μια «ενεργή» ψήφο. Μια παράδοξα ενεργή ψήφο που επηρεάζει την τύχη των πραγμάτων εξίσου, ίσως μάλιστα και περισσότερο από την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος. Ο πολιτικός χρόνος μεταμορφώνεται. Μέσα από τις δημοσκοπήσεις και τη συνεχή προβολή και ανάλυσή τους από τα ΜΜΕ, ο πολιτικός χρόνος εξελίσσεται δίχως ανάσα, διακοπή και ανάπαυλα.
* Η «αλήθεια» της στιγμής




Ολα αλλάζουν. Αλλάζει η περιοδικότητα των εκλογικών αναμετρήσεων. Αλλάζει η στατικότητά τους. Οι κάθε λογής εντολοδόχοι έχουν τον τρόπο να αξιοποιούν προς όφελός τους τη γνώμη του κοινού. Ετσι, με τη σαρωτική εισβολή των δημοσκοπήσεων στη ζωή μας, το πολιτικό παιχνίδι παίζεται προτού καλά καλά αρχίσει. Δεν υπάρχουν πια μεσοδιαστήματα όπου η «κοινή γνώμη» θα ήταν ακατάγραπτη ή απροσπέλαστη. Από τη στιγμή που δεν είναι ο ίδιος ο λαός εκείνος που επιλέγει να εκφράζεται αλλά οι δημοσκόποι εκείνοι που υφαρπάζουν, ερμηνεύουν και ταξινομούν τις δηλώσεις του, όλα αλλάζουν. Με άλλα λόγια, ο λαός συμμετέχει μη συμμετέχοντας και δεν συμμετέχει συμμετέχοντας. Εχουμε να κάνουμε με μια θεατρική παράσταση. Το πολιτικό νόημα της θεατρικής αυτής παράστασης προκαταλαμβάνεται μέσα από τις καθημερινές δοκιμές της. Δεν υπάρχουν αναπάντεχα. Δεν υπάρχουν εκπλήξεις.
Από μιαν άποψη, λοιπόν, οι δημοσκοπήσεις φαίνεται να «επαναφέρουν» στο προσκήνιο ορισμένα στοιχεία της άμεσης δημοκρατίας. Η συγκυριακή πολιτική «αλήθεια» της στιγμής κατασκευάζεται μέσα από την έντεχνη μετάφραση ενός ασαφούς περιρρέοντος κλίματος σε αψευδείς αριθμούς και τάσεις. Τι απεικονίζουν εν τέλει οι δημοσκοπήσεις; Οχι την πραγματικότητα που υποτίθεται ότι υπηρετούν αλλά τα «πολιτικά ρεύματα» που αυτοτροφοδοτούνται μέσα από την τεκμηρίωσή τους.
«Αν ορίσεις κάτι σαν πραγματικό γίνεται πραγματικό στις συνέπειές του». Και έτσι, όπως ακριβώς συμβαίνει με όλες τις αυτοεκπληρούμενες προφητείες, η πολιτική σκηνή εξελίσσεται σε συνάρτηση με την αποτύπωση μιας πάντα μεταβλητής «εμπιστοσύνης». Πιεζόμενος να φλυαρήσει, ο «λαός» νομίζει ότι αποκαθιστά τη χαμένη δυνατότητα να εκφράζεται, να απαιτεί και να απειλεί. Και εξωθούμενος να «βαθμολογήσει» και να ανακαλέσει στην τάξη τους εντολοδόχους, βαυκαλίζεται ότι συμμετέχει ενεργά στην αναδιατύπωση της ημερησίας διάταξης του πολιτικού ανακτώντας έτσι ένα μέρος της ξεχασμένης φαντασιακής εξουσίας του. Με την καταγραφή των «προθέσεων ψήφου» προχωράμε στη θεσμοποιημένη προσομοίωση ενός πολιτικού παιχνιδιού που ίσως θα μπορούσε αζημίως ακόμη και να μη λάβει χώρα ποτέ.
* Νεόκοπος λαϊκισμός
Κατά κάποιον τρόπο, λοιπόν, οι «δημοσκοπικές αλήθειες» λειτουργούν αντί και στη θέση της πολιτικής. Ακόμη και αν ο επίσημος πολιτικός λόγος επαναλαμβάνει στερεότυπα ότι «σέβεται» μεν τις δημοσκοπήσεις και λαμβάνει τα «μηνύματά» τους αλλά προχωρεί εν τούτοις «αταλάντευτα» στην προώθηση προγραμμάτων που υπακούουν σε σταθερές και ευρύτερες σκοπιμότητες, είναι σαφές ότι καμία πολιτική απόφαση δεν λαμβάνεται δίχως να συνυπολογίζεται η άμεση επίπτωσή της στην κοινή γνώμη. Βρισκόμαστε έτσι μπροστά σε έναν νεόκοπο «δευτεροβάθμιο» στρατηγικό λαϊκισμό. Μιλώντας ως εάν δεν επηρεαζόταν από τα «ρεύματα» που επικαθορίζουν τις επιλογές του, ο πολιτικός λόγος ελπίζει να αντλήσει δημοσκοπικά (και εκλογικά) οφέλη από την επίφαση του θάρρους και της παρρησίας του. Ο πιο άξιος καιροσκόπος είναι εκείνος που αποκρύπτει συστηματικά όχι μόνο τις προθέσεις του αλλά και τις στρατηγικές του. Αν, όπως έλεγε ο Μακιαβέλι, ο ηγεμόνας, πραγματικός ή επίδοξος, πρέπει να είναι ταυτόχρονα λιοντάρι και αλεπού, η δημοσκοπική δημοκρατία τον ωθεί να κρύβει επιμελώς και μονίμως την αλεπουδίσια πονηριά του πίσω από τη μάσκα της αγέρωχης λεοντής του. Αυτό είναι ίσως το υψηλότερο των τιμημάτων: ειρωνικά, η επίκληση της λαϊκής βούλησης για τη νομιμοποίηση πολιτικών αποφάσεων δεν συνιστά την επισφράγιση της δημοκρατίας αλλά την ήττα της: κυρίως από τη στιγμή που το δημοκρατικό «πολιτικό κόστος» είναι καταμετρήσιμο, όλοι υποκρίνονται πως το παραβλέπουν.
Υπό τους όρους αυτούς αναστρέφονται οι όροι δράσης της εγγενούς πολιτικής υποκρισίας. Περισσότερο από άλλοτε οι εκπρόσωποι γνωρίζουν επακριβώς τις ανάγκες και τις βουλήσεις των εκλογέων τους, δίχως μάλιστα να χρειάζεται, ως νέοι Βούδες, να μεταμφιέζονται σε βρωμερούς ζητιάνους και να γυρνάνε στους δρόμους και στα καπηλειά ανάμεσα στους ταπεινούς και στους παρίες. Η τεχνολογία τούς επιτρέπει να απολαμβάνουν τα αγαθά της εξουσίας δίχως να μολύνονται από δύσοσμα χνώτα. Ισως γι' αυτό όμως και να άλλαξε το νόημα της λέξης. Βούδας δεν σημαίνει πια, όπως στην αρχαία Ινδία, «εκείνον που βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση» αλλά εκείνον που επιλέγει να παριστάνει τον ολύμπια ατάραχο όταν πληροφορείται ανέξοδα και από μακριά για τον τρόπο που οι υπήκοοι βιώνουν τη δυστυχία τους και την ανέχειά τους.
Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: