Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2009

ΠΕΡΑΣΑΝ ΜΟΛΙΣ ΛΙΓΕΣ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ


Γιατί εθάμπωσε το φως;

Βράδυ γλυκό στο ύστατο του έτους χρονοπόρτι
Μια αρμαθιά παιδιά πλάτη την πλάτη στης λιθόμπαλας πάνω την πορφυρή καμπή
μαδούνε μαργαρίτες
Αρπούν της νιότης τον ανθό της νύχτας το θολό σκορπούνε ιστό
Του γέλιου χίλιες αστραπές σπαθίζουν του πεζόδρομου το νέφος το ισχνό
Ο Νίκος γιορτάζει τ’ όνομα κι ο Αλέξης τον τιμάει
Η Αρετή ανεμά το μόσχο της κι η Αθηνά του έρωτα τα γιασεμιά μες στις ψυχές
σταλάζει
Ο Αλέξης με την κιθάρα του ανυμνά της ομορφιάς τα μάγια και της ζωής τα δίκαια
με σφρίγος τα μηνά
Νιάτο πυρφόρο η αρμαθιά μ’ όλης της γης τ’ αρώματα μες στης καρδιάς τα άστρα
Τι κι αν ετούτα είν’ παιδιά απ’ τα χρυσά, τα πορφυρά τα τζάκια
Τραγούδι λέν’ του φεγγαριού τραγούδι και για τ’ άστεγου το μ’ όλο νέφη σπίτι
Τραγούδι λέν’ του έρωτα ύμνους αχολογούνε στην αυγή που χαλινό δεν έχει
Και πώς ινία να ’χει του έφηβου η δρασκελιά π’ όλο φεγγάρια αδράχνει
όλο φεγγάρια μ’ όλο φως Απρίληδες λευκούς και κρίνους μεθυσμένους!

Τώρα της νιότης η αρμαθιά λυγάει της μέλισσας χορό γύρω απ’ της μπάλας
τον παλιό κορμό
στων διαβατών τα μάτια χαμόγελο κρουστάλλινης ρέει πηγής
Και μια Σελήνη γελαστή δοξάρι κρατεί του ήλιου μια χρυσή κλωστή
Στη λύρα της χαϊδεύει βελούδινο σκοπό του δειλινού
Τ’ αηδόνι με ράμφος σαν το χάνο άγαλμα στέκει σε πλάτανου αψύ κλωνί
δίχως μετάξια να λαλεί δίχως να πιλατεύει των Μουσών μαγεύτρα, θεία άρπα

Τώρα σκιές δυο στη δημοσιά ορθώνονται σκληρά με Κατοχής τη μελανή των μπέρτα
του ρίγους κραδαίνουνε αιμάσσουσα αγκαθιά,
την κάνη τους χαϊδολογούν την κρύα με μια καρδιά σαν βράχια της Καμένης
πισσόλαμπρα, γαμψά
Τώρα να σκίσουν θέν’ την ομορφιά, την αυγινή να σβήσουνε του Ροδομάη δρόσο
να σπείρουνε την καταχνιά της έρημος την πάχνα

Σκύβει λυγάει το γόνα της Τάξης ο φρουρός
Το μάτι του θολό στο αίμα βουτηγμένο τα δόντια του σκληρά σαν ύαινας
που η πείνα η αμάλαγη μες στη φωτιά τη σέρνει…
Το χέρι του στητό σημάδι ξέρει στο ψαχνό, κι αύριο νύπτων τας χείρας μετάνοια
κάμνει…
Τώρα δίχως περίσκεψη, σπουδή, τη σκάνδαλο αφήνει στο άψε, το μικρό μηδενικό
Της Άνοιξης πατά το Μέγα Φως στην άβυσσο να τσουβαλιάσει τρέχει…
Μια της οχιάς οπή βαθιά ξεσκίζει της νιότης την εβένινη ματιά
κι ένα ρυάκι πορφυρό αχνίζει μέχρι τ’ άστρα
Τώρα η Άνοιξη, το Μέγα ο Αλέξης Φως κείτεται δίπλα στης μπάλας τη θαμπή καμπή
την σπαραξιά της κορασιάς την αφωνιά της κόρης…
Δεν έχει πλια πουλάκι να λαλεί δεν έχει ανθί τους μόσχους του με σαϊτιές να λέει
Τώρα η Μάνα μαδά τη μαύρη της κορφή τις σάρκες της με νύχια αυλακίζει
Ο σκύλος το μάρμαρο σκαλνάει χλιβερά κι η αδερφή του χέει τα δάκρυα
σαν τα διαμάντια της μαμάς
που γίνανε πετράδια συφοράς σμαράγδια δίχως λάμψεiς μαργαριτάρια της σβουνιάς
χρυσάφια από λάσπες…
Τώρα οι δρόμοι γέμουνε οργή μια φλόγα που ’καιγε στη γης ηφαίστειο όλο λάβα
Τα νιάτα κραυγάζουν και βοούν ουρλιάζουν και φωνάζουν:
‘‘Ο κόσμος σας είναι τυφλός ο δρόμος σας πού φέγγος!
Γιατί παχτώσατε το χρυσαφένιο Φως;
Γιατί σκορπάτε της Αυγής την προσμονή, του Ήλιου τα μαγνάδια;
Γιατί της Μήνης τις μετάξινες μαδείτε μπούκλες, τ’ ασήμια της Σελήνης;
Τώρα ποτάμι η οργή, ωκεανός, πελάγια
Αύριο θα γίνει η Νέα Αυγή ντυμένη με τ’ αστράδια.’’

Όλοι κοιτούνε σα χαζοί σ’ Ανατολή και Δύση
Τρομάζουν απ’ των νιάτων την κραυγή της Ομορφιάς τα κάλλη
Λίγο κινούνται απ’ το σκαμνί και στην ΤV κουρνιάζουν…
Δεν νογάν πως ψες πριν φύγει ο Αλέξης καθαρά το είπε και απλά:
‘‘Εγώ δεν ξέρω αύριο τι πράμα θέλει γίνω μα να ’στε σίγουροι
Στον κόσμο στον ντουνιά στην οικουμένην όλη μια μέρα ο Αλέξης, Γκρέγκορη
σημαία Ελπίδας θ’ ανεμίζει’’

Αυτό κρατούνε λουλούδι τα παιδιά
Τα σωθικά με άκανθες πυρώνουνε οργής και πέτρες όλο σφρίγος
Οι πόλεις παίρνουνε φωτιά η λαύρα τ’ άστρα καίγει
Τώρα η θάλασσα έχει ορμή και τα πελάγη αγέρα
Τώρα το Φως κρατεί στη γη σπαθί, η Ελπίδα δε μερεύει
Η προσμονή φτεροβατεί σα Νίκη των Ελλήνων στο Ολυμπίας το ιερό
με πνεύμα πάντα θείον

Κειο που ψες εθάμπωσε μες στην Τζαβέλλα Φως
ΑΝΕΣΤΗ

Τώρα, φωτοπλημμύρες γαλαξιών πολυριπίδια χαίει
Λαοί κάντε κροντήρι την ψυχή ρουφήξτε την Ελπίδα
Κάντε κοντάρι την Αυγή και σπάθα την Ανάγκη

Ο Αλέξης είναι Λαμπρή
ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ τρισμέγας
Ο Προμηθεύς εκείνου τ’ αψηλού βουνού
Της Γνώσης ο πυρφόρος
Της Αρετής αρμενιστής
Ή κειας της κρύπτης του Κακού
ο νέος καταλύτης














Η μετά Αλέξανδρον εποχή

Βράδυ σαββατιανό της 6ης Δεκεμβρίου 2008. Ώρα 9 μ.μ. Ημέρα εορταστική. Του Αγίου Νικολάου του ναυτοπροστάτου.
Συμβολή των οδών Τζαβέλλα και Μεσολογγίου παρά: τον Ι.Ν. Ζωοδόχου Πηγής, την Ομόνοια των Αθηνών και τα πολλάκις εξεγερθέντα Εξάρχεια.
Μια μικρή παρέα δεκαπεντάχρονων αγένειων τέκνων στέκεται και συνομιλεί προτού πορευτεί προς την οικία του συνομηλίκου που εορτάζει και θέλουν όλοι μαζί να χαρούν τους εφηβικούς των χαριεντισμούς, τις μουσικές και τις γεύσεις από το μητρικό χέρι της κυρίας Δέσποινας.
Σιμά τους, στο δίστρατο όπου στέκονται, βρίσκεται μια ξεφλουδισμένη κοκκινωπή σφαίρα από τα χρόνια της μεγαλοσύνης του ’21 και του Μεσολογγιού. Την έχουν γι’ αποκούμπι, για πατήθρα αναπαύσεως.
Σε λίγο, ετούτη η λίθινη σφαίρα της ιστορικής μνήμης θα στολιστεί μ’ άνθια, κεριά και μια καντηλήθρα αναμμένη. Αναμφίβολα, η μπάλα αυτή θα γίνει ο τύμβος της τιμής για το δαφνηφόρο Αλέξανδρο, καθώς η ραμποσύνη της παραφροσύνης θα πατήσει τη σκανδάλη του υπηρεσιακού περιστρόφου, εκτελώντας άσπλαχνα το άνθος της νιότης από απόσταση βημάτων λίγων. Η βολίδα του κουμπουροφόρου θα βρει το κέντρο το απόλυτο. Αυτοστιγμίς, η πάλλευκη του άνθους η καρδιά στους αιθέρες φυλλορροεί βεντάλια ρόδου βαθυπόρφυρου. Ο θάνατος του έφηβου ακαριαίος. Να προκάνει ο Αλέξης, το παιδί, έστω και μια ύστατη μικρούλα να ψελλίσει λέξη, αμπόρετο. Αδύνατον!…
Ιδές επιδεξιοσύνη και ευστοχία που επέδειξεν το Όργανον της Τάξεως, ευελπιστώντας έτσι να παραδειγματίσει και τρομάξει τη νιότη της χώρας, που κάτι στην καρδιά της κρατεί από το αδούλωτο και ανυπότακτο πνεύμα των Ελευθέρων του Μεσολογγιού Πολιορκημένων και μαζί – πού ξέρεις – μήπως και κάτι συμβεί και μ’ όλους τους παντοειδώς έκνομους φωστήρες, οι οποίοι ανεμπόδιστοι κι ατάραχοι λυμαίνονται τον κρατικό πλούτο ή του λαού τη νηνεμία και το μισάδειο του πουγκί!...
Έλα όμως, που αυτό το Όργανον της Τάξεως φεύγοντας το μεσημέρι από το σπίτι του για υπηρεσία και καθώς φιλούσε πατρικά τα τρία του τέκνα, δεν αναλογιζόταν – ίσως – πως ώρες μετά μεγαλόπρεπα θα τα οδηγούσε τα δύσμοιρα στο δύσβατο και αγκαθερό δρόμο της κοινωνικής κολάσεως, καθώς πλέον ετούτα τ’ αγγελούδια (για τους ανορθόδοξα σκεφτόμενους πολίτες) εσαεί θα μεταφέρουν στους λαβδούς των ώμους το προσωπικό τους προπατορικό αμάρτημα, κατάλοιπο της αλογισιάς του δικούς τους πατέρα πιστολέρο…
Καθώς πολλά και δυσβάστακτα στις ψυχές των νέων έχουν συναχτεί (εντατικοποίηση σπουδών, ανεργία, καταλήστευση του μέλλοντός τους από τους καλοβολεμένους στα ποικίλα κοινωνικοοικονομικά πόστα, απανωτά σκάνδαλα με προεξάρχον το βατοπεδιακό, στείρος και ανούσιος πολιτικός κοκορομαχικός λόγος, ευμένεια υπέρ των κομματικών ουροκουνιστών και κραυγαλέα αναξιοκρατία, προκλητική επίδειξη πλούτου από ανθρώπους που αδιαφανώς απέκτησαν, διογκούμενη οικονομική κρίση με μέγιστα θύματα τον άνεργο, τον αγρότη, τον χαμηλόμισθο ή χαμηλοσυνταξιούχο και τον όποιας μορφής οικονομικό μετανάστη, διάχυση πάμπολλων μηνυμάτων για την επί θύραις διαφαινόμενη περιβαλλοντική καταπτωτική πλημμυρίδα) η πράξη του Οργάνου της Τάξεως απέβη θρυαλλίδα πυρφόρα, που γοργόπλοη σάρωσε όλα τα μήκη και πλάτη της Ελλάδας.
Έτσι, η οργή που εκδηλώθηκε με αφορμή τη στυγερή δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου, ήταν επόμενο να οδηγήσει και σε πράξεις ακραίας παραβατικής συμπεριφοράς από τα γνωστά άγνωστα – ανεξέλεκτα προσωπιδοφόρα περιθωριακά – στοιχεία. Όμως, ετούτη τη φορά η πέτρα ή άλλα φθοροποιά αντικείμενα βρέθηκαν και στη φούχτα χιλιάδων εφήβων, που πρωτεκδήλωσαν μια τέτοια οργισμένη συμπεριφορά, από τη μια προξενώντας τεράστιες και ίσως ανεπανόρθωτες καταστροφές στην ύπαρξη ή τη βιωσιμότητα δεκάδων εμπορικών επιχειρήσεων και από την άλλη πετώντας τα ανενδοίαστα στο πρόσωπο του τέλματος και του αλλουβρεχητισμού των – σφυριζόντων αδιαφόρως – ιθυνόντων.
Μήπως αυτή η πολυάνθρωπη νεανική αφυπνητική εξέγερση – των ιντερνετο-πλεϊστεησάιδων νεολαίων μας – ήταν ένα προμήνυμα κρούσης της θύρας του εθελοτυφλισμού και ένα βουερό ηχοβολητό για τη δική μας έγερση, φέρνοντας την υπογραφή της μετά Αλέξανδρον εποχής, που ίσως τσουνάμι αύριο (όπως έντονα φοβούνται και τρομάσσουν οι Ευρωπαίοι και άλλοι ηγέτες, πως σύντομα θα συμβεί) θα ’χει ένα καθολικότερο – πανευρωπαϊκό ή και παγκόσμιο – χαρακτήρα;
Λοιπόν, για να μην οδηγηθούμε τάχιστα σε μια τέτοια διαφαινόμενη προοπτική, θα πρέπει τώρα – όχι αύριο – να εγερθούμε, αποφασίζοντας:
Να δώσουμε τα δίκαια σε αυτούς που (τεχνηέντως παραγκωνίζονται, ασφυκτιούν και σταθερά) βρίσκονται στο περιθώριο.
Να πάψουμε να προκαλούμε με την έκλυτη πλουτοεπιδεικτική και σκανδαλομορφική μας συμπεριφορά.
Να περιορίσουμε άρδην την αμερικανοδυτική καταναλωτική καταληστευτική μας απληστία.
Να κάνουμε ελκυστική τη μάθηση μέσα από ένα δημοκρατικό και ανοιχτό στην κοινωνία φιλαμιλλικό σχολείο.
Να πάρουμε δραστικά και ουσιαστικά μέτρα υπέρ του οικουμενικού περιβαλλοντικού προβλήματος και της κάθε μορφής ζωής του πλανήτη μας.
Εάν δεν τρέξουν συντονισμένα τα μέτρα, ίσως στο επόμενο χρονικό διάστημα να γυρνούμε πολλές φορές τη ματιά μας προς τα ριζά της πηγής του ποταμού της οργής και της εξέγερσης και να το βλέπουμε ερχόμενο από το αυθόρμητο ξέσπασμα των Ελληνόπουλων κατά τον οδυνηρό για πολλούς επιχειρηματίες αλλά και συνάμα ελπιδοφόρο για τους πολλούς και καταφρονεμένους Δεκέμβρη του 2008.
Η μετά Αλέξανδρον εποχή είναι μήπως μιας χαραυγής ακτή τύπου Μάη ’68, όπως η σκέψη πολλών θέλει να συνταυτίζει;
Ο χρόνος ο ερχόμενος ξέρει τι μας επιφυλάσσει.
Κυριακή κοντή γιορτή…
Κ. Κ. Μπαϊρακτάρης

Δεν υπάρχουν σχόλια: