Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

Τάπε καλά- Τάπε καλά ο μπάρμπα Πλούταρχος


Το Δελτίο Ειδήσεων, άρχιζε με το περίφημο μουσικό σήμα, το «Λαγιαρνί», που στην πρωτεύουσαν οι βάναυσοι Αθηναίοι αποκαλούσαν «Ο Γαλατάς».
Τούτο το έξοχο μουσικότατον σήμα το θυμάμαι καλά εκείνας τας ημέρας να μεταδίδεται από το ράδιο της Πλατείας.
Συνεκεντρώνοντο λοιπόν την ώραν της μετάδοσης του δελτίου ειδήσεων από όλας τας ενορίας, τας γειτονιάς και τας συνοικίας της Σκύρου, οι πλέον μορφωμένοι εκ των κατοίκων. Διότι το καφενείον της Πλατείας, δεν το επισκέπτοντο χωρικοί.
Ούτε τσοπάνηδες, ουδέ γεωργοί, ούτε Κοχυλιανοί, ούτε τεχνίτες.
Αυτοί επήγαιναν στα δικά των τα καφενεία, ανάλογα με την κάστα στην οποίαν ανήκε καθένας, διότι το καστικόν σύστημα οργανώσεως των κατοίκων της Σκύρου, εξακολουθούσε να υπάρχει, να λειτουργεί και να ευρίσκεται εν απολύτω ισχύ μέχρι εκείνη την εποχή και δύο με τρεις δεκαετίες αργότερα.
Στην Πλατείαν θαμώνες ήσαν σχεδόν αποκλειστικά οι ανήκοντες στην Μεγάλη Στράτα και οι περί αυτούς.
Οι χωρικοί επήγαιναν εκεί μόνον εις τας εθνικάς εορτάς και κατά τους γάμους όπου εγένοντο πανδήμως χοροί, τες Απόκρεω και την Καθαράν Δευτέραν, ή στας προεκλογικάς συγκεντρώσεις όπου πήγαινε φαινομενικώς περίπατο η ταξική διάκρισις των κατοίκων και όλοι είχαν μίαν και μόνην ψήφον, Ποπολάροι και Αραβδόπετρα.
Τας υπολοίπους όμως ημέρας του χρόνου, τας καθημερινάς, δεν επήγαιναν να καθήσουν στο καφενείον της Πλατείας.
Ο τόπος ανήκε στην άρχουσαν Τάξιν και αι διακρίσεις αφορούσαν τότε και τους τόπους αναψυχής απολύτως και αυστηρότατα.
Δικαιούμενοι ας πούμε, να παρευρίσκονται στο καφενείον αυτό της Πλατείας, ήσαν και οι πάροικοι της παραλίας των Μαγαζιών.

Τα Μαγαζιά, ανήκαν από αιώνες στην άρχουσαν τάξιν.
Κρασαποθήκες με τεράστιες καρούτες παμπάλαιες, πατητήρια κρασιού και τσιπούρου, παλαιές αποθήκες εμπορευμάτων απ’ την εποχή της




Τουρκοκρατίας ακόμα, αποτελούσαν το κτιριακό συγκρότημα το οποίον ανήκε αποκλειστικά σε παλαιές αρχοντικές οικογένειες της Μεγάλης Στράτας.
Τώρα πια, τα Μαγαζιά ήταν καλοκαιρινό θέρετρο των οικογενειών αυτών.
Και εκεί είχαν συγκεντρωθεί και το καλοκαίρι που επέρασε, αρκετοί Σκυριανοί από τας Αθήνας μετά των οικογενειών των.
Όταν εκηρύχθη ο πόλεμος, πολλοί απ’ τον κόσμον αυτόν αποφάσισαν να παραμείνουν στην Σκύρο.
Και ως ήτο φυσικόν και επόμενον, είχαν ενδιαφέρον σφοδρόν να ακούνε καθημερινώς τας ειδήσεις.
Βέβαια, δεν μου φαίνεται πως τους έκαιγε και πάρα πολύ αυτό, εδώ που τα λέμε.
Διότι εάν έχεις κάψαν, ποιος σε σταματά να ανηφορίσεις με τεράστιες δρασκελιές τον ανήφορον απο Μαγαζιών και ανηφορίζων το Μελαγκόνι και διασχίζων την αρχαίαν συνοικίαν των Κοχυλαίων και ανερχόμενος δια της κυρίας οδού της διάσημης Αγοράς του Χωρίου, φθάσεις καταϊδρωμένος στην Πλατείαν της πόλεως προκειμένου να είσαι στην ώραν σου να ακούσεις τα Νέα;
Αλλά, όπως συνηθίζεται, οι κατοικοεδρεύοντες στο αριτοκρατικόν τούτο Μετόχιον του μεγάλου Πουέμπλο μας, της παραλίας των Μαγαζιών, αγαπούσαν την κολτσίνα και την πρέφαν πολύ, καθώς και το τάβλι.
Έχοντας δε κέντρον εξακουστόν και διάσημον με καταπληκτικόν κουμανταδόρον τον μπάρμπα Πλούταρχον, άνδρα απ’ όλους αγαπητόν και υπολογίσημον παρά τας ιδιορρυθμίας που είχε στα σερβιρίσματα των καφέδων επιβάλλων υπομονήν στους ανυπόμονους θεριακλήδες- ευκόλως δεν το κουνούσανε από κει για να μην χάσουνε την βολήν των.
Πλην, ήσαν και πατριώτες και ενδιαφέροντο, όπως και όλοι οι άλλοι οι Σκύριοι περί των τυχών του πολέμου.
Και ενοιάζοντο να ακούνε τα Νέα.
Και αγωνιούσαν με το τι γίνεται επάνω εκεί στα χιονισμένα βουνά της Βορείας Ηπείρου, όπου το κρύο εσάρωνε την νέαν γενεάν των Ελλήνων και τα παιδιά της Ελλάδος, επαθαίναν κρυοπαγήματα και σακατευόταν απ’ το ανελέητο θεριό του χειμώνα το κρύο.
Επομένως, ήθελαν να γνωρίζουν το τι γίνεται πάνω εκεί στης Πίνδου μας τες κορφές, όπως και όλοι οι υπόλοιπο Έλληνες.
Βαριά εν τούτοις η καλογερική.
Κάθε μέρα να ανηφορίζουν από Γιαλόν στο Χωριό;
Πάει πολύ.
Και ποιος θα ζεσταίνει τας καθέκλας του καφενείου του μπάρμπα Πλούταρχου;




Αφήνεις αυτάς τας πολυτίμους καρέκλας να πάθουν κρυοπαγήματα εκ του ψύχους;
Όχι ποτέ, όσον εξαρτάται από τους αναπαυόμενους επάνω των πισινούς μας.
Ευρέθη λοιπόν ως σωτήρια και δίκαια και έξυπνη και αποτελεσματικότατη λύσις, κάθε ημέραν να πηγαίνει και από είς της παροικίας των Μαγαζιών στην Πλατείαν.
Θα επήγαινε εις την ώραν του και θα ευρίσκετο τουλάχιστον πέντε λεπτά πριν αρχίσει να σημαίνει το μουσικόν σήμα του «Λαγιαρνί» για να πιάσει θέσιν στο καφενείον Ο ΠΑΝ του Μαντζουράνη Νικόλαου Μαντζουράνη.
Θα άκουγε τας ειδήσεις με προσοχήν.
Θα εκάθητο εκεί επ’ ολίγον σχολιάζων τας ειδήσεις και εμπεδώνων στον νούν του τα γεγονότα.
Θα ενημερώνετο επί των απόψεων των υπολοίπων ακροατών και φυσικά των επισημοτέρων των οποίων εβάρυνε η γνώμη των τότε.
Και εν γένει, θα ήτο απολύτως ενήμερος επί της πορείας και εξελίξεως των γεγονότων του μεγάλου ετούτου πολέμου.
Από ποιόν όμως να γίνει αρχή;
Ο είς εκοίταζε τους υπόλοιπους.
-Δεν πας εσύ αρχίζοντας από σήμερα;
-Δεν γίνεται.
-Θα πάω αύριο, σήμερα έχω δουλειά.
Τέλος πάντως κανείς δεν ευρέθηκεν εύχαιρος να πάει εκείνη την μέραν πάνω στην μεγάλην Πλατείαν της Πόλεως.
Βλέπετε αι εργασίες των ήσαν πολλές και σπουδαίες.
Και η κολτσίνα, έχει γλύκα μεγάλη η άτιμη.
Πού να παρατήσεις τέτοια παρέα και να ανυφορίζεις το Μελαγκόνι χειμώνα καιρόν;
Όμως παρ’ αυτά, δεν ήτο δυνατόν να παραμένουνε στο σκοτάδι όλοι τούτοι οι αξιόλογοι άνθρωποι.
Κάτι έπρεπε να γίνει αμέσως.
Τελικώς μετά από συμβούλιον προς επίλυσιν του ζητήματος όπου έγινεν, αποφασίσθη έν δίκαιον και ορθότατον μέτρον.
Να ορισθεί δια κλήρου, ποιος θα πηγαίνει επάνω στην Πόλιν εκάστην ημέραν προς ενημέρωσιν, παρακολουθών το Δελτίον Ειδήσεων. Και μετά, είχε την υποχρέωσιν να κατεβαίνει κάτω στα Μαγαζιά και να ενημερώνει λεπτομερώς με το νι και το σίγμα το τι έγινε και δεν έγινε.





Ούτω πως και η κολτσίνα δεν θα έχανε τη σειράν της, και αι καρέκλες θα ετηρούντο στην τακτικήν και κανονικήν των θερμοκρασίαν προκειμένου να μην πάθουν και αυτές κρυοπαγήματα και αναγκαστούν να κοπούν τα ποδάρια των, όπως συνέβαινε με τους Έλληνας στρατιώτες που πολεμούσαν στην Αλβανία.
Κλήρος λοιπόν κι όποιον πάρει ο Χάρος.
Έκαναν τα μαγικά των εννοείται τα ξόρκια και λέγαν ευχές και κατάρες, προκειμένου να επιρρεάσουν την τύχην και να απέλθει απ’ αυτούς το ποτήριον τούτο.
Ας έπεφτε εις άλλον ο κλήρος για σήμερα, και αύριον έχει ξανά ο Θεός. Κάποιος όμως θα την πλήρωνε όπως δήποτε εννοείται αυτή την ταλαιπωρίαν.
Και ο κλήρος έτυχε εκείνη την μέρα να πέσει στον μαγαζάτορα τον μπάρμπα Πλούταρχο.
Όλοι οι άλλοι ανάσαναν ως είναι ευνόητον και μάλιστα δεν το κρύψανε.
-Άντε Πλούταρχε γρήγορα να προλάβεις ν’ ακούσεις τα Νέα.
-Τι γίνεται;
-Νικούμε ή τάχουμε σκούρα;
-Σε ποιο σημείον ακριβώς ευρίσκεται τούτη την ώραν ο πόλεμος;
Ο Πλούταρχος, ήταν που ήταν στραβά τα καπάνια του, στραβομουτσούνιασε ακόμα πολύ περισσότερον.
Και άρχισε να υβρίζει την μοίραν του με ακατονόμαστες φράσεις.
-Βρε τη μαγκούφα!
-Σε μένα έπρεπε να πέσει τούτη την μέρα ο ψήφος;
Α, σιχτήρι κωλότυχη.
Αλλά, να αρνηθεί το μέγιστον τούτο καθήκον και να μην εκτελέσει το πατριωτικότατον έργον του, ήτο αδύνατον.
Ε, όπως και νάχε το πράγμα, κανείς δεν αμφισβητούσε τον πατριωτισμόν του.
Ήτο, όπως άλλωστε όλοι οι Σκυριανοί εκείνης της εποχής, φανατικός πατριώτης. Αυτό να λέγεται, και χωρίς καμιά ειρωνείαν και σχόλια.
Τι είχε να κάνει λοιπόν, σηκώθηκε κι έφυγε, με βαριά την καρδιά εννοείται, αλλά η αποστολή του θα εξετελείτο οπωσδήποτε, υπέθεταν οι υπόλοιποι τυχεράκηδες.
Εκάθηντο στο καφενείον του και επερίμεναν.
Η ώρα όμως που έπρεπε να είχεν επιστρέψει ο Πλούταρχος, έφτασε χωρίς να φανεί.
Όλοι είχαν αγωνίαν να ακούσουν τα Νέα.
Τας φρέσκας ειδήσεις εκ του μετώπου.



Η ώρα επέρνα.
Αλλά ο Πλούταρχος πού να φανεί.
Άρχισαν πλέον ν’ ανησυχούνε, όχι μόνον δια την τύχην και την πορείαν ολόκληρου του πολέμου αλλά και του ιδίου του φίλου των.
-Βρε τι νάπαθε ο Πλούταρχος και δεν εφάνει ακόμα;
-Μήπως έπαθε κάποιο κακό;
-Μήπως και του συνέβηκεν τίποτα;
Αλλά τα ερωτήματα παρέμεναν αναπάντητα.
Είχε πια από ώραν πολύ σκοτεινιάσει και έπρεπε να ληφθούνε έκτακτα μέτρα.
Θα πήγαιναν να ψάξουνε να τον βρούνε.
Το πράγμα δεν εσήκωνε καμίαν αναβολήν.
Αλλά καθώς ετοιμάζοντο να βγούν απ’ την πόρτα, νάσου και πέφτουν απάνω εις τον Πλούταρχον που εισήρχετο.
Με μάτια κοκκινισμένα και ολίγον γλαρά και τρεμοπαίζοντας εις το βάδισμα.
-Πού ήσουνα τόση ώρα βρε Πλούταρχε;
-Πού χάθεις;
- Τι έγινε και δεν κατέβηκες τόση ώρα να μας πεις τα Νέα;
- Τί είπε το Ράδιο;
Εκείνος, αισθανόμενος την ενοχήν του από την τόση μακρόχρονη καθυστέρηση και φοβούμενος και άλλας επιθέσεις των φίλων του και έτερας οχληράς ερωτήσεις, βιάστηκε ν’ απαντήσει καθησυχάζοντας την ομήγυριν:
-Τάπε καλά. -Τάπε καλά.
Τι είχε συμβεί;
Ο Πλούταρχος, αγαπούσε τον οίνον αλλά και ιδιαίτερα το ουζάκι.
Όπως οι περισσότεροι Σκυριανοί εκείνης της αλησμόνητης εποχής.
Οι άνθρωποι έπιναν τότε εν γένει, αλλά υπήρχαν και ορισμένοι οι οποίοι έπιναν κάτι πάρα πάνω απ’ ό,τι όλοι οι άλλοι μαζί.
Δεν λέω ότι εις αυτήν την ηρωικοτάτην ομοταξίαν ανήκε κι ο μπάρμπα Πλούταρχος, πάντως ήτο γενναίος στο κρασί και στο ούζο.
Και ανεβαίνοντας στο Χωριό, δεν έπαυε να περνά προηγουμένως από τα στέκια των φίλων του όπου επίναν κι αυτοί.
-Κάτσε Πλούταρχε να πιείς ένα ούζο.
Και ο Πλούταρχος καθότανε φυσικά, γιατί, πώς να προσβάλεις αρνούμενος τόσον σπάνιους και πιστότατους κι επιστήθιους φίλους;
Δεν γίνεται.
Και από παρέα σε παρέα και στέκι σε στέκι και ποτήρι σε ποτήρι, φυσικά ο Πλούταρχος δεν έφτασε ποτέ στην Πλατείαν της πόλεως και ουδέποτε


άκουσε εκείνη την μέραν τουλάχιστον τα πολεμικά ανακοινωθέντα και τας ειδήσεις εκ του μετώπου.
Αισθάνθηκε όμως καθώς είχε πια καπελώσει την μέραν η νύχτα, πως έπρεπε να κατεβεί στον Γιαλό.
Δεν τον έπαιρνε άλλο να παραμείνει στην πόλην.
Κάτι πήρε όμως τα αυτί του από όσους είχαν αμέσως ή έμμεσα πληροφορηθεί τας ειδήσεις εκ του Ραδιοφωνικού Δελτίου Ειδήσεων και απ’ ό,τι εφαίνετο, τα γεγονότα ήσαν υπέρ των Ελλήνων.
Η κατατρόπωσις των Ιταλών εξακολουθούσε αμείωτος.
Η νικηφόρος κραυγή των Ελλήνων «ΑΕΡΑ», επλανάτο επί των χιονισμένων βουνοκορφών της Βορείου Ηπείρου.
Η Ελλάς θα νικούσε στο τέλος.
Και αι μάχες εκείνης της μέρας επήγανε κατ’ ευχήν.
Χαρήτε τας νίκας σας Έλληνες.
Μπορείτε να παίζετε κολτσίνα και τάβλι αδούλωτοι.
Και να πίνετε το κρασί και τα ούζα σας χωρίς το βάρος της ήττας.
Ζήτω η αιωνία Ελλάς.
Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, δεν την σκιάζει φοβέρα καμιά.
Δι όλα αυτά ήτο απολύτως σίγουρος ο μπάρμπα Πλούταρχος, καθώς κατηφόριζεν επί τέλους το Μελαγκόνι, αφού είχε περάσει την γειτονιάν των Κοχυλαίων και επλησίαζε πλέον στο αριστοκρατικόν καφενείον του που είχε το όνομα, Ο ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, όνομα το οποίον παρέμεινεν θρυλικόν και επί έτη πολλά μετά απ’ το επεισόδιον που σας είπα.
Τι χρειαζόταν ως εκ τούτου αι λεπτομέρειες;
Η αποστολή του εξετελέσθη.
Έφερεν τας ειδήσεις που έπρεπε στους θαμώνες του μαγαζιού του.
Κι επί πλέον αι ειδήσεις ήταν εξόχως ευχάριστες.
Οι Έλληνες ενικούσαν τους Ιταλούς.
Είχαμε νίκας κι εκείνην την μέραν στην Αλβανίαν.
Ως εκ τούτου, το ράδιον, Τάπε καλά. Τάπε καλά.
Τα άλλα, αι λεπτομέρειες, τα πολλά λόγια, για τον εκ φύσεως άλλωστε λιγομίλητον μπάρμπα Πλούταρχον, ήτανε φτώχεια.
-Τι Νέα μας φέρνεις Πλούταρχε;
-Τάπε καλά. Τάπε καλά.
Και η φράσις αυτή παρέμεινεν παροιμιώδης για έτη πολλά από εκείνην την ημέραν όπου συνέβη, μίαν των ημερών των δύο τελευταίων μηνών του 1940, ότε διεξήγετο σκληρός κι ανελέητος ο πόλεμος μεταξύ Ελλήνων και Ιταλών εισβολέων στα χιονισμένα και παγωμένα βουνά της Βορείου Ηπείρου.

Μάνος Φαλτάϊτς
26 Δεκεμβρίου 1998- Παλαιόπυργος- Σκύρος

Δεν υπάρχουν σχόλια: